adjustable
ad
ə
ē
jus
ˈʤʌs
jas
table
təbl
tēbl

Ορισμός και σημασία του "adjustable"στα αγγλικά

adjustable
01

προσαρμοστικός, ρυθμιζόμενος

able to be changed or adapted to fit different needs, preferences, or circumstances 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adjustable
συγκριτικός βαθμός
more adjustable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
functionality, design, objects
Παραδείγματα
The adjustable seat in the car can be customized for optimal comfort. 

Το προσαρμοζόμενο κάθισμα στο αυτοκίνητο μπορεί να προσαρμοστεί για βέλιστη άνεση.

02

προσαρμοστικός, ρυθμιζόμενος

capable of being regulated 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unadjustable
adjustable
adjust
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store