Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adjutant
01
υπασπιστής, μαραμπού
a large, black, and white bird belonging to the family of storks, found in Asia and Africa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
adjutants
Παραδείγματα
The adjutant stork stood motionless by the riverbank.
Ο μαραμπού στεκόταν ακίνητος στην όχθη του ποταμού.
02
υπασπιστής, βοηθός αξιωματικός
an army officer who serves as an administrative or personal assistant to a senior officer, handling orders, correspondence, and organization
Παραδείγματα
The general's adjutant delivered the orders to the battalion.
Ο υπασπιστής του στρατηγού παρέδωσε τις εντολές στο τάγμα.



























