to cackle
Pronunciation
/ˈkækəɫ/

Ορισμός και σημασία του "cackle"στα αγγλικά

to cackle
01

κακαρίζω, γελώ με κακία

to laugh loudly and harshly, often in a way that sounds unpleasant or wicked
Intransitive
to cackle definition and meaning
Παραδείγματα
The mischievous hyena cackled loudly in the distance.
Η κακότροπη ύαινα γελούσε δυνατά στην απόσταση.
02

κακαρίζω, γελώ δυνατά

to make a harsh, sharp, and raucous vocalization characteristic of hens after laying an egg or when disturbed
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cackle
γ΄ ενικό πρόσωπο
cackles
ενεστώτα μετοχή
cackling
απλός αόριστος
cackled
παθητική μετοχή
cackled
Παραδείγματα
They watched the chickens cackle and peck around the yard with amusement.
Παρακολουθούσαν με διασκέδαση τις κότες να κακαρίζουν και να ραμφίζουν γύρω από την αυλή.
03

κακαρίζω, μιλώ γρήγορα και με υψηλή φωνή

to talk in a rapid, high-pitched, and often excited or unrestrained manner
Intransitive
Παραδείγματα
She joined in as her friends cackled about their latest adventure.
Προσχώρησε καθώς οι φίλοι της κουβέντιαζαν για την τελευταία τους περιπέτεια.
01

κακάρισμα, δυνατό γέλιο

a loud laugh suggestive of a hen's cackle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cackles
02

θορυβώδης συζήτηση, φλυαρία

noisy talk
03

κακάρισμα, κοκκορίζω

the sound made by a hen after laying an egg

Λεξικό Δέντρο

cackler
cackle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store