Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cackle
01
κακαρίζω, γελώ με κακία
to laugh loudly and harshly, often in a way that sounds unpleasant or wicked
Intransitive
Παραδείγματα
The wicked witch in the story began to cackle after casting her spell.
Η κακιά μάγισσα στην ιστορία άρχισε να γελάει δυνατά και κακόβουλα αφού έριξε το ξόρκι της.
02
κακαρίζω, γελώ δυνατά
to make a harsh, sharp, and raucous vocalization characteristic of hens after laying an egg or when disturbed
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cackle
γ΄ ενικό πρόσωπο
cackles
ενεστώτα μετοχή
cackling
απλός αόριστος
cackled
παθητική μετοχή
cackled
Παραδείγματα
The hen began to cackle loudly after laying her egg in the coop.
Η κότα άρχισε να κακαρίζει δυνατά αφού έβαλε το αυγό της στο κοτέτσι.
03
κακαρίζω, μιλώ γρήγορα και με υψηλή φωνή
to talk in a rapid, high-pitched, and often excited or unrestrained manner
Intransitive
Παραδείγματα
The group of friends began to cackle about their weekend plans.
Η ομάδα των φίλων άρχισε να κουβεντιάζει για τα σχέδια του Σαββατοκύριακου.
Cackle
01
κακάρισμα, δυνατό γέλιο
a loud laugh suggestive of a hen's cackle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cackles
02
θορυβώδης συζήτηση, φλυαρία
noisy talk
03
κακάρισμα, κοκκορίζω
the sound made by a hen after laying an egg



























