Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cactused
01
σπασμένος, μη λειτουργικός
(Australian) broken, ruined, or no longer working
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cactused
συγκριτικός βαθμός
more cactused
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
My computer is cactused.
Ο υπολογιστής μου είναι χαλασμένος.
02
σε μπελάδες, σε δύσκολη θέση
(Australian) in serious trouble or a difficult situation
αργκό
Παραδείγματα
He's cactused after missing the deadline.
Είναι σε σοβαρή δυσκολία αφού έχασε την προθεσμία.



























