Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cactused
01
σπασμένος, μη λειτουργικός
(Australian) broken, ruined, or no longer working
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cactused
συγκριτικός βαθμός
more cactused
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His bike got cactused in the accident.
Το ποδήλατό του κακτούστηκε στο ατύχημα.
02
σε μπελάδες, σε δύσκολη θέση
(Australian) in serious trouble or a difficult situation
slang
Παραδείγματα
We're cactused for arriving late to the event.
Είμαστε σε μπελάδες επειδή φτάσαμε αργά στην εκδήλωση.



























