Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cachalot
01
φυσητήρας
large whale with a large cavity in the head containing spermaceti and oil; also a source of ambergris
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cachalots



























