byproduct
byp
ˈbaɪp
baip
ro
ro
duct
dʌkt
dakt

Ορισμός και σημασία του "byproduct"στα αγγλικά

01

παραπροϊόν, προϊόν παράγωγο

a product made during the manufacture of something else 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
byproducts
02

παραγωγό, δευτερεύον αποτέλεσμα

an additional result or consequence that occurs alongside the main outcome, often unexpectedly 
Παραδείγματα
Pollution is a common byproduct of industrial processes. 

Η ρύπανση είναι ένα κοινό παρεπίπεδο των βιομηχανικών διαδικασιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store