buyout
buy
ˈbaɪ
bai
out
aʊt
awt
tryouttry-out

Ορισμός και σημασία του "buyout"στα αγγλικά

01

αγορά, απόκτηση

the acquisition of a company or a controlling interest in a company's shares, often initiated by an outside entity or a group of investors, resulting in a change of ownership and control 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buyouts
Παραδείγματα
The tech giant announced a strategic buyout of a promising startup, incorporating its innovative technology into its product portfolio. 

Ο τεχνολογικός γίγαντας ανακοίνωσε μια στρατηγική απόκτηση μιας πολλά υποσχόμενης startup, ενσωματώνοντας την καινοτόμο τεχνολογία της στο χαρτοφυλάκιο προϊόντων της.

Λεξικό Δέντρο

buyout

buy

+

out

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store