buyer
buyer
baɪə
baie
friarchoirplyerdesire

Ορισμός και σημασία του "buyer"στα αγγλικά

01

αγοραστής, ακουαϊέρ

a person who wants to buy something, usually an expensive item 
buyer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buyers
Παραδείγματα
The buyer inspected the car before making the purchase. 

Ο αγοραστής επιθεώρησε το αυτοκίνητο πριν από την αγορά.

Λεξικό Δέντρο

buyer
buy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store