buyer
Pronunciation
/ˈbaɪɚ/

Ορισμός και σημασία του "buyer"στα αγγλικά

01

αγοραστής, ακουαϊέρ

a person who wants to buy something, usually an expensive item
buyer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buyers
Παραδείγματα
A buyer ’s satisfaction is crucial for repeat business.
Η ικανοποίηση ενός αγοραστή είναι κρίσιμη για επαναλαμβανόμενες επιχειρήσεις.

Λεξικό Δέντρο

buyer
buy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store