Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to buy
01
αγοράζω
to get something in exchange for paying money
Transitive: to buy sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
ενεστώτας
buy
γ΄ ενικό πρόσωπο
buys
ενεστώτα μετοχή
buying
απλός αόριστος
bought
παθητική μετοχή
bought
Παραδείγματα
Did you remember to buy tickets for the concert this weekend?
Θυμήθηκες να αγοράσεις εισιτήρια για τη συναυλία αυτό το σαββατοκύριακο;
1.1
αγοράζω, δωροδοκώ
to persuade a particular person to do something illegal or dishonest in exchange for money
Transitive: to buy sb
Παραδείγματα
She 's a person of strong ethics and ca n't be bought with money.
Είναι ένα άτομο με ισχυρή ηθική και δεν μπορεί να αγοραστεί με χρήματα.
1.2
αγοράζω, αποκτώ
to acquire something by trading or sacrificing something else of significant value
Transitive: to buy something desirable
Παραδείγματα
Wisdom is dearly bought through life's experiences.
Η σοφία αγοράζεται ακριβά μέσα από τις εμπειρίες της ζωής.
1.3
αγοράζω, φτάνει για
(of money) to be enough to pay for a particular thing
Transitive: to buy sth
Παραδείγματα
She provided her family with the finest vacation that money can buy.
Παρείχε στην οικογένειά της τις καλύτερες διακοπές που μπορούν να αγοραστούν με χρήματα.
02
πιστεύω, καταπίνω
to accept, believe, or trust something as true
Transitive: to buy an excuse
slang
Παραδείγματα
He bought it immediately after hearing the news.
Το αγόρασε αμέσως αφού άκουσε τα νέα.
Buy
01
αγορά, συμφωνία
an advantageous purchase
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buys
Λεξικό Δέντρο
buyer
buying
buy



























