Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adequate
01
επαρκής, κατάλληλος
having the requisite qualities or resources to meet a task
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adequate
συγκριτικός βαθμός
more adequate
διαβαθμίσιμο
02
επαρκής, ικανοποιητικός
satisfactory or acceptable in quality or quantity to meet a particular need or purpose
Παραδείγματα
The first aid kit contained adequate supplies to treat minor injuries.
Το κουτί πρώτων βοηθειών περιείχε επαρκή προμήθειες για την αντιμετώπιση μικρών τραυματισμών.
03
επαρκής, κατάλληλος
about average; acceptable
Λεξικό Δέντρο
adequately
adequateness
inadequate
adequate
adequ



























