Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Burning
01
καύση, έγκαυμα
the act of burning something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
εκτέλεση με ηλεκτροπληξία, θάνατος με ηλεκτρισμό
execution by electricity
03
καύση, εκτέλεση με φωτιά
execution by fire
04
έγκαυμα, καυτηρίαση
a form of torture in which cigarettes or cigars or other hot implements are used to burn the victim's skin
05
δυσωδία, παρακμή
foul and run-down and repulsive
06
καύση, έγκαυμα
a process in which a substance reacts with oxygen to give heat and light
07
κάψιμο, καύση
pain that feels hot as if it were on fire
burning
01
επείγων, πressing
of immediate import
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most burning
συγκριτικός βαθμός
more burning
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The old building was engulfed in a burning inferno, with flames reaching high into the sky.
Το παλιό κτίριο καταβρόχθισε μια φλεγόμενη κόλαση, με φλόγες που έφταναν ψηλά στον ουρανό.
03
καυστικός, φλογερός
extremely hot, often to the point of causing discomfort or pain
Παραδείγματα
The burning coals of the fire pit radiated heat across the campsite.
Τα καυτά κάρβουνα της φωτιάς ακτινοβολούσαν θερμότητα σε όλο το κάμπινγκ.
Λεξικό Δέντρο
burning
burn



























