Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to burn up
01
καίγομαι ολοσχερώς, κατακαίω
to be entirely destroyed by fire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
burn
ενεστώτας
burn up
γ΄ ενικό πρόσωπο
burns up
ενεστώτα μετοχή
burning up
απλός αόριστος
burned up
παθητική μετοχή
burned up
Παραδείγματα
The old barn burned up in minutes due to the intense heat of the fire.
Ο παλιός αχυρώνας κάηκε σε λίγα λεπτά λόγω της έντονης θερμότητας της φωτιάς.
02
καταναλώνω πλήρως, καίω ολοκληρωτικά
to completely use all of a resource, especially energy
Παραδείγματα
Electronic devices left on standby can slowly burn up electricity.
Οι ηλεκτρονικές συσκευές που αφήνονται σε λειτουργία αναμονής μπορούν αργά να καταναλώσουν ηλεκτρισμό.
03
λάμπει πολύ φωτεινά, φλέγεσθαι
to shine very brightly
Παραδείγματα
The fireworks burned up in the night sky with vibrant colors.
Τα πυροτεχνήματα έκαψαν στον νυχτερινό ουρανό με ζωηρά χρώματα.
04
καίω ολοκληρωτικά, μετατρέπω σε στάχτη
to destroy completely by setting something on fire
Παραδείγματα
They decided to burn the old documents up to maintain confidentiality.
Αποφάσισαν να καταστρέψουν εντελώς τα παλιά έγγραφα για να διατηρήσουν την εχεμύθεια.
05
θυμώνω, εξοργίζω
to make someone extremely angry or upset
Dialect
American
Παραδείγματα
His careless remarks really burned her up during the meeting.
Οι απρόσεκτες παρατηρήσεις του πραγματικά την έκαψαν κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
06
καίγομαι από πυρετό, έχω υψηλό πυρετό
to have a very high body temperature, often due to illness
Παραδείγματα
The doctor confirmed that the patient was burning up with an infection.
Ο γιατρός επιβεβαίωσε ότι ο ασθενής είχε υψηλό πυρετό λόγω μόλυνσης.



























