Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Burial
01
ταφή, κηδεία
the act of burying a dead body or the ceremony in which a dead body is buried
Παραδείγματα
Archaeologists discovered an ancient burial site near the river.
Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν έναν αρχαίο ταφικό χώρο κοντά στο ποτάμι.
02
καταχώριση, απόκρυψη
the act of hiding or placing something underground, often to conceal or protect it
Παραδείγματα
The burial of hazardous waste must follow strict environmental regulations.
Η ταφή των επικίνδυνων αποβλήτων πρέπει να ακολουθεί αυστηρούς περιβαλλοντικούς κανονισμούς.
Λεξικό Δέντρο
reburial
burial



























