to burgle
burgle
bɜ:gl
bēgl
bunglebugleburble

Ορισμός και σημασία του "burgle"στα αγγλικά

to burgle
01

διαρρηγνύω, κλέβω με διάρρηξη

to illegally enter a place in order to commit theft 
to burgle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
burgle
γ΄ ενικό πρόσωπο
burgles
ενεστώτα μετοχή
burgling
απλός αόριστος
burgled
παθητική μετοχή
burgled
Παραδείγματα
The thieves tried to burgle the house while the family was on vacation, but the alarm system scared them off. 

Οι κλέφτες προσπάθησαν να κλέψουν το σπίτι ενώ η οικογένεια ήταν σε διακοπές, αλλά το σύστημα συναγερμού τους τρόμαξε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store