Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to burgle
01
διαρρηγνύω, κλέβω με διάρρηξη
to illegally enter a place in order to commit theft
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
burgle
γ΄ ενικό πρόσωπο
burgles
ενεστώτα μετοχή
burgling
απλός αόριστος
burgled
παθητική μετοχή
burgled
Παραδείγματα
The thieves attempted to burgle the house while the owners were away on vacation.
Οι κλέφτες προσπάθησαν να κλέψουν το σπίτι ενώ οι ιδιοκτήτες ήταν σε διακοπές.



























