Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to burden
01
φορτώνω, επιβαρύνω
to place a heavy load or weight on something or someone
Transitive: to burden sth with a load
Παραδείγματα
The workers had to burden the truck with crates of goods for delivery to the distribution center.
Οι εργάτες έπρεπε να φορτώσουν το φορτηγό με κιβώτια αγαθών για παράδοση στο κέντρο διανομής.
02
φορτώνω, επιβαρύνω
to give someone a responsibility or task that demands a great deal of effort or causes a lot of stress
Transitive: to burden sb with a task
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
burden
γ΄ ενικό πρόσωπο
burdens
ενεστώτα μετοχή
burdening
απλός αόριστος
burdened
παθητική μετοχή
burdened
Παραδείγματα
The manager decided to burden the experienced team member with the challenging project.
Ο διαχειριστής αποφάσισε να φορτώσει το έμπειρο μέλος της ομάδας με την πρόκληση του έργου.
Burden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
burdens
Παραδείγματα
The financial burden of student loans weighed heavily on her after graduation.
Το οικονομικό βάρος των φοιτητικών δανείων ζύγιζε βαριά πάνω της μετά την αποφοίτηση.
02
βάρος, φορτίο
physical weight or load to be carried or transported
Παραδείγματα
The porter carried a heavy burden of luggage.
Ο αχθοφόρος κουβαλούσε ένα βαρύ φορτίο αποσκευών.
03
κύριο θέμα, κεντρική ιδέα
the main idea or theme of a speech, document, literary work, or discourse
Παραδείγματα
The burden of the essay was to explain climate change.
Το βάρος της έκθεσης ήταν να εξηγήσει την κλιματική αλλαγή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
burdened
disburden
overburden
burden



























