Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
buoyant
01
εύθυμος, ζωηρός
cheerful and lively in spirit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most buoyant
συγκριτικός βαθμός
more buoyant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She remained buoyant despite the stressful day at work.
Παραμένει ζωηρή παρά την αγχωτική μέρα στη δουλειά.
02
επιπλέων, ελαφρύς
capable of floating on a liquid or rising in air or gas
Παραδείγματα
The life jacket kept the swimmer buoyant in the water.
Το σωσίβιο κράτησε τον κολυμβητή επιπλέοντα στο νερό.
Λεξικό Δέντρο
buoyantly
buoyant
buoy



























