Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
buoyant
01
εύθυμος, ζωηρός
cheerful and lively in spirit
Παραδείγματα
Even after setbacks, he stayed buoyant and optimistic.
Ακόμα και μετά από αποτυχίες, παρέμεινε ζωηρός και αισιόδοξος.
02
επιπλέων, ελαφρύς
capable of floating on a liquid or rising in air or gas
Παραδείγματα
The buoyant debris drifted along the river current.
Τα επιπλέοντα συντρίμμια παρασύρονταν κατά μήκος του ρεύματος του ποταμού.
Λεξικό Δέντρο
buoyantly
buoyant
buoy



























