to bung
bung
bʌng
bang
munglungdungnung

Ορισμός και σημασία του "bung"στα αγγλικά

to bung
01

δίνω φιλοδώρημα, αφήνω αμοιβή

give a tip or gratuity to in return for a service, beyond the compensation agreed on 
to bung definition and meaning
02

φρασσω, βουλώνω

close with a cork or stopper 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bung
γ΄ ενικό πρόσωπο
bungs
ενεστώτα μετοχή
bunging
απλός αόριστος
bunged
παθητική μετοχή
bunged
01

πώμα, τάπα

a plug used to close a hole in a barrel or flask 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bungs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store