Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bullish
01
αισιόδοξος, με αυτοπεποίθηση
having confident and optimistic attitude, especially regarding financial markets
Παραδείγματα
The bullish outlook on the cryptocurrency market attracted new investors, driving up prices.
Η ανοδική προοπτική για την αγορά κρυπτονομισμάτων προσέλκυσε νέους επενδυτές, αυξάνοντας τις τιμές.
02
ανοδικός, αισιόδοξος
(of a position or investment) purchased with the expectation that their value will rise over time
Παραδείγματα
Analysts remained bullish about the company ’s potential despite recent market volatility.
Οι αναλυτές παρέμειναν ανοδικοί σχετικά με τις δυνατότητες της εταιρείας παρά την πρόσφατη αστάθεια της αγοράς.
Λεξικό Δέντρο
bullish
bull



























