bullheaded
bullheaded
bʊlhɛdɪd
μπουλχεντιντ

Ορισμός και σημασία του "bullheaded"στα αγγλικά

bullheaded
01

πεισματάρης, ανόητος

obstinate and stupid 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bullheaded
συγκριτικός βαθμός
more bullheaded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, personality, character

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bullheadedness
bullheaded
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store