bullheaded
bull
ˈbʊl
μπουλ
hea
ˌhɛ
χε
ded
dɪd
ντιντ
/ˈbʊlˌhɛdɪd/

Ορισμός και σημασία του "bullheaded"στα αγγλικά

bullheaded
01

πεισματάρης, ανόητος

obstinate and stupid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bullheaded
συγκριτικός βαθμός
more bullheaded
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

bullheadedness
bullheaded
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store