bulky
bul
ˈbʌl
bal
ky
ki
ki
bullybalkybulgy

Ορισμός και σημασία του "bulky"στα αγγλικά

01

ογκώδης, μεγάλος και δυσκίνητος

large and occupying a significant amount of space, often hard to handle 
bulky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bulkiest
συγκριτικός βαθμός
bulkier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bulky furniture crowded the room, leaving little space to maneuver. 

Τα ογκώδη έπιπλα γέμισαν το δωμάτιο, αφήνοντας λίγο χώρο για ελιγμούς.

02

ογκώδης, μαζικός

having a large, heavy, and solid build 
Παραδείγματα
The football player was so bulky that he easily blocked his opponents. 

Ο ποδοσφαιριστής ήταν τόσο ογκώδης που μπόρεσε εύκολα να μπλοκάρει τους αντιπάλους του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store