Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bucolic
01
αγροτικός, βουκολικός
evoking an idealized rural setting characterized by simplicity, tranquility, and natural beauty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bucolic
συγκριτικός βαθμός
more bucolic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They rented a cottage in a bucolic valley to escape the city heat.
Νοίκιασαν ένα εξοχικό σπίτι σε μια βουκολική κοιλάδα για να ξεφύγουν από τη ζέστη της πόλης.
02
αγροτικός, βουκολικός
of or pertaining to the life or work of herdsmen and shepherds
Παραδείγματα
Their research focused on bucolic customs surrounding seasonal sheep migrations.
Η έρευνά τους επικεντρώθηκε στις βουκολικές παραδόσεις που περιβάλλουν τις εποχιακές μεταναστεύσεις των προβάτων.
Bucolic
01
μια βουκολική, μια ειδύλλιο
a poem that portrays countryside scenes, celebrating shepherds, and the simplicity of country living
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bucolics
Παραδείγματα
He wrote a bucolic that evoked the gentle rhythm of sheep grazing at dawn.
Έγραψε μια βουκολική που εξέφραζε τον απαλό ρυθμό των προβάτων που βόσκουν στην αυγή.
02
ο βοσκός, ο αγροτικός
someone who leads a simple, rural life, often associated with countryside occupations such as farming or shepherding
Παραδείγματα
The bucolic spent his days tending to his flock of sheep, finding solace in the tranquility of the countryside.
Ο βουκολικός πέρασε τις μέρες του φροντίζοντας το κοπάδι του, βρίσκοντας παρηγοριά στην ηρεμία της ύπαιθρου.
Λεξικό Δέντρο
bucolic
bucol



























