brutal
brutal
bru:tl
brootl
brumal

Ορισμός και σημασία του "brutal"στα αγγλικά

01

βάρβαρος, απάνθρωπος

extremely violent and cruel 
brutal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most brutal
συγκριτικός βαθμός
more brutal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The brutal attack left him with severe injuries and trauma. 

Η βάρβαρη επίθεση τον άφησε με σοβαρά τραύματα και τραύμα.

02

βάρβαρος, αμείλικτος

unpleasant or harsh in a way that is difficult to endure 
Παραδείγματα
The brutal heat of the desert made it hard to travel. 

Η βάρβαρη ζέστη της ερήμου έκανε το ταξίδι δύσκολο.

03

κτηνώδης, άγριος

animal-like in nature, often implying a lack of humanity or civilization 
Παραδείγματα
The brutal fight between the animals in the wild was a display of pure instinct. 

Η βάρβαρη μάχη μεταξύ των ζώων στην άγρια φύση ήταν μια επίδειξη καθαρού ενστίκτου.

04

βάρβαρος, άμεσος

direct and blunt in expression 
Παραδείγματα
His critique was brutal but accurate. 

Η κριτική του ήταν βάρβαρη αλλά ακριβής.

Λεξικό Δέντρο

brutality
brutalize
brutally
brutal
brut
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store