Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brutal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most brutal
συγκριτικός βαθμός
more brutal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The brutal attack left him with severe injuries and trauma.
Η βάρβαρη επίθεση τον άφησε με σοβαρά τραύματα και τραύμα.
Παραδείγματα
The brutal heat of the desert made it hard to travel.
Η βάρβαρη ζέστη της ερήμου έκανε το ταξίδι δύσκολο.
Παραδείγματα
The brutal fight between the animals in the wild was a display of pure instinct.
Η βάρβαρη μάχη μεταξύ των ζώων στην άγρια φύση ήταν μια επίδειξη καθαρού ενστίκτου.
04
βάρβαρος, άμεσος
direct and blunt in expression
Παραδείγματα
His critique was brutal but accurate.
Η κριτική του ήταν βάρβαρη αλλά ακριβής.
Λεξικό Δέντρο
brutality
brutalize
brutally
brutal
brut



























