Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brooch
01
πόρπη, καρφίτσα
a decorative ornament, often metal set with gems or enamel, fastened to clothing by a hinged pin and catch
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brooches
Παραδείγματα
She secured the vintage pearl brooch on her lapel for the evening gala.
Ασφάλισε την περόνη με βινταζ μαργαριτάρι στο πέτο της για το βραδινό γκαλά.
to brooch
01
καρφιτσώνω, στολίζω
to secure or adorn an item of clothing or fabric by attaching it with a brooch
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brooch
γ΄ ενικό πρόσωπο
brooches
ενεστώτα μετοχή
brooching
απλός αόριστος
brooched
παθητική μετοχή
brooched
Παραδείγματα
She brooched the silk shawl at her shoulder to keep it from slipping.
Αυτή κάρφωσε το μεταξωτό σάλι στον ώμο της για να μην γλιστρήσει.



























