brevity
Pronunciation
/ˈbɹɛvəti/

Ορισμός και σημασία του "brevity"στα αγγλικά

01

συντομία, φευγαλέα

the quality of being fleeting or short-lived
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The storm 's brevity did n't lessen its intensity.
Η συντομία της καταιγίδας δεν μείωσε την έντασή της.
02

συντομία, βραχύτητα

the use of few words to convey meaning clearly and efficiently
Παραδείγματα
In legal writing, brevity is a virtue.
Στη νομική γραφή, η συντομία είναι μια αρετή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store