brewing
brewing
bru:ɪng
brooing
chewingviewingstewingundoing

Ορισμός και σημασία του "brewing"στα αγγλικά

01

ζυθοποιία, παραγωγή μπύρας

the business or activity of making beer 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
brewings
Παραδείγματα
Brewing beer at home has become a popular hobby for many craft beer enthusiasts. 

Η ζυθοποιία μπύρας στο σπίτι έχει γίνει ένα δημοφιλές χόμπι για πολλούς λάτρες της μπύρας craft.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

brewing
brew
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store