Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adaptability
01
προσαρμοστικότητα, ικανότητα προσαρμογής
the ability to adjust to new conditions, environments, or challenges with ease
Παραδείγματα
The adaptability of the software allows it to work on multiple devices.
Η προσαρμοστικότητα του λογισμικού του επιτρέπει να λειτουργεί σε πολλές συσκευές.
Λεξικό Δέντρο
unadaptability
adaptability
adaptable
adapt



























