adaptability
a
ə
ē
dap
ˌdæp
dāp
ta
bi
ˈbɪ
bi
li
ty
ti
ti
availabilityirritabilitymalleabilitypalatability

Ορισμός και σημασία του "adaptability"στα αγγλικά

01

προσαρμοστικότητα, ικανότητα προσαρμογής

the ability to adjust to new conditions, environments, or challenges with ease 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her adaptability helped her thrive in a fast-changing work environment. 

Η προσαρμοστικότητά της τη βοήθησε να ευδοκιμήσει σε ένα γρήγορα μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον.

Λεξικό Δέντρο

unadaptability
adaptability
adaptable
adapt
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store