Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to break off
01
σπάω, αποσπώ
to use force to separate one thing from another
Transitive: to break off sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
break
ενεστώτας
break off
γ΄ ενικό πρόσωπο
breaks off
ενεστώτα μετοχή
breaking off
απλός αόριστος
broke off
παθητική μετοχή
broken off
Παραδείγματα
The sculptor broke off a chunk of clay for shaping.
Ο γλύπτης έσπασε ένα κομμάτι πηλού για να το διαμορφώσει.
02
αποσπώμαι, σπάω
to become separated from a larger entity
Intransitive
Παραδείγματα
The tree branch broke off in the strong wind.
Το κλαδί του δέντρου έσπασε στον δυνατό άνεμο.
03
διακόπτω ξαφνικά, σταματώ απότομα
to suddenly stop an activity or an action
Transitive: to break off an activity or action
Παραδείγματα
The organization had to break off the event due to unforeseen circumstances.
Ο οργανισμός αναγκάστηκε να διακόψει την εκδήλωση λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων.
04
διακόπτω, κόβω
to stop speaking or end a conversation suddenly
Intransitive
Παραδείγματα
The speaker broke off, suppressing a laugh.
Ο ομιλητής διέκοψε ξαφνικά, καταπιέζοντας ένα γέλιο.
05
διαλύω, τερματίζω
to end a romantic or personal relationship suddenly
Transitive: to break off a relationship
Παραδείγματα
She decided to break the engagement off due to irreconcilable differences.
Αποφάσισε να διαλύσει τον αρραβώνα λόγω ασυμβίβαστων διαφορών.



























