Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brazen
01
αναιδής, θρασύς
behaving without shame or fear and refusing to follow traditional rules or manners
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most brazen
συγκριτικός βαθμός
more brazen
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The employee's brazen attitude during the meeting surprised everyone as she openly challenged the boss's decisions.
Η θρασύτητα της εργαζόμενης κατά τη διάρκεια της συνάντησης εξέπληξε όλους καθώς αμφισβήτησε ανοιχτά τις αποφάσεις του αφεντικού.
02
χρυσός, χαλκούχρωμος
having a bright, shiny yellow or gold color like polished brass
Παραδείγματα
The sunsets in the desert painted the sky with brazen colors of orange and gold.
Οι ηλιοβασιλέματα στην έρημο ζωγράφιζαν τον ουρανό με λαμπερά χρώματα πορτοκαλί και χρυσό.
to brazen
01
αντιμετωπίζω με θράσος, αντιμετωπίζω με τόλμη
to face something with bold defiance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brazen
γ΄ ενικό πρόσωπο
brazens
ενεστώτα μετοχή
brazening
απλός αόριστος
brazened
παθητική μετοχή
brazened
Παραδείγματα
She brazened her way into the VIP section without an invitation.
Εκείνη προσπέρασε με θράσος στην ενότητα VIP χωρίς πρόσκληση.



























