Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to demotivate
01
αποθαρρύνω, μειώνω το κίνητρο
to reduce or take away someone's motivation, enthusiasm, or desire to do something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
demotivate
γ΄ ενικό πρόσωπο
demotivates
ενεστώτα μετοχή
demotivating
απλός αόριστος
demotivated
παθητική μετοχή
demotivated
Παραδείγματα
Poor management can demotivate a team, leading to low productivity.
Η κακή διαχείριση μπορεί να αποθαρρύνει μια ομάδα, οδηγώντας σε χαμηλή παραγωγικότητα.
Λεξικό Δέντρο
demotivate
motivate
motiv



























