in-house
in
ɪn
ιν
house
haʊs
χαουσ
repoussedegaussespousescouse

Ορισμός και σημασία του "in-house"στα αγγλικά

01

εσωτερικός, εντός της εταιρείας

done within an organization or company, rather than being outsourced to external parties 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
business, organization, operations
Παραδείγματα
They have an in-house team for IT support. 

Έχουν μια εσωτερική ομάδα για τεχνική υποστήριξη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store