interest-free
in
ɪn
in
terest
trəst
trēst
free
fri:
fri

Ορισμός και σημασία του "interest-free"στα αγγλικά

interest-free
01

χωρίς τόκο, απαλλαγμένο από τόκο

(of a loan, payment, or transaction) not requiring any additional charges for borrowing money 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most interest-free
συγκριτικός βαθμός
more interest-free
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They offered an interest-free loan to help with home renovations. 

Πρόσφεραν ένα δάνειο χωρίς τόκο για να βοηθήσουν με τις ανακαινίσεις του σπιτιού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store