Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
commercial driver's license
/kəmˈɜːʃəl dɹˈaɪvɚz lˈaɪsəns/
CDL
Commercial driver's license
01
επαγγελματική άδεια οδήγησης, άδεια οδήγησης εμπορικού οχήματος
a permit that allows individuals to legally operate large vehicles such as trucks and buses for commercial purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
commercial driver's licenses
Παραδείγματα
Renewing a CDL typically involves meeting medical requirements and updating driving records.
Η ανανέωση μιας επαγγελματικής άδειας οδήγησης συνήθως περιλαμβάνει την εκπλήρωση ιατρικών απαιτήσεων και την ενημέρωση των αρχείων οδήγησης.



























