Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to upshift
01
αλλάζω σε υψηλότερη ταχύτητα, ανεβάζω ταχύτητα
to change to a higher gear in a vehicle to go faster
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
upshift
γ΄ ενικό πρόσωπο
upshifts
ενεστώτα μετοχή
upshifting
απλός αόριστος
upshifted
παθητική μετοχή
upshifted
Παραδείγματα
The driver decided to upshift as he entered the highway.
Ο οδηγός αποφάσισε να αλλάξει σε υψηλότερη ταχύτητα καθώς μπήκε στην εθνική οδό.
Λεξικό Δέντρο
upshift
shift



























