hold-up
hold
həʊld
hewld
up
ʌp
ap
holdup

Ορισμός και σημασία του "hold-up"στα αγγλικά

01

καθυστέρηση, εμπόδιο

a delay or obstruction that prevents progress or causes a situation to be temporarily halted 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hold-ups
Παραδείγματα
There was a hold-up on the highway due to a multi-car accident, causing traffic to back up for miles. 

Παρουσιάστηκε μια καθυστέρηση στην εθνική οδό λόγω ενός ατυχήματος πολλαπλών αυτοκινήτων, προκαλώντας κυκλοφοριακή συμφόρηση για μίλια.

02

ληστεία, κλοπή

a robbery, usually involving a weapon 
Παραδείγματα
There was a hold-up at the small shop. 

Υπήρξε μια ληστεία στο μικρό κατάστημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store