Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Autorickshaw
01
αυτορίκσα, τουκ-τουκ
a three-wheeled, motorized vehicle used for public transportation in many countries, especially in South and Southeast Asia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
autorickshaws
Παραδείγματα
The autorickshaw driver navigated through the crowded streets of Delhi with expert skill.
Ο οδηγός του αυτορίκσα πλοήγησε μέσα από τα γεμάτα δρόμους της Δελχί με εμπειροτεχνική ικανότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
autorickshaw
rickshaw



























