Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
autorickshaw
/ˌɔːtəʊɹˈɪkʃɔː/
auto rickshaw
auto-rickshaw
Autorickshaw
01
αυτορίκσα, τουκ-τουκ
a three-wheeled, motorized vehicle used for public transportation in many countries, especially in South and Southeast Asia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
autorickshaws
Παραδείγματα
The autorickshaw's colorful decorations and bright lights made it stand out among the other vehicles on the road.
Οι πολύχρωμες διακοσμήσεις και τα φωτεινά φώτα του αυτορίκσα το έκαναν να ξεχωρίζει μεταξύ των άλλων οχημάτων στο δρόμο.
Λεξικό Δέντρο
autorickshaw
rickshaw



























