autonomy
au
ɔ:
aw
to
ˈtɒ
to
no
my
mi
mi
autotomyautogamy

Ορισμός και σημασία του "autonomy"στα αγγλικά

01

αυτονομία

(of a country, region, etc.) the state of being independent and free from external control 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The region fought for years to achieve autonomy from the central government. 

Η περιοχή πολέμησε για χρόνια για να επιτύχει αυτονομία από την κεντρική κυβέρνηση.

02

αυτονομία, ανεξαρτησία

the capacity to act independently and make decisions without undue influence 
Παραδείγματα
She sought autonomy in organizing her daily routine. 

Αναζήτησε αυτονομία στην οργάνωση της καθημερινής της ρουτίνας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store