Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Autonomy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
After gaining autonomy, the country established its own laws and governance structures.
Μετά την απόκτηση αυτονομίας, η χώρα καθιέρωσε τους δικούς της νόμους και δομές διακυβέρνησης.
02
αυτονομία, ανεξαρτησία
the capacity to act independently and make decisions without undue influence
Παραδείγματα
The rehabilitation program encourages autonomy for patients.
Το πρόγραμμα αποκατάστασης ενθαρρύνει την αυτονομία των ασθενών.



























