Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Commercial vehicle
01
επαγγελματικό όχημα, φορτηγό
a vehicle used for transporting goods or passengers for profit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
commercial vehicles
Παραδείγματα
The company purchased a fleet of commercial vehicles for its delivery services.
Η εταιρεία αγόρασε ένα στόλο εμπορικών οχημάτων για τις υπηρεσίες παράδοσής της.



























