commercial vehicle
co
mmer
ˈmɜ:
cial
ʃəl
shēl
ve
vi:ɪ
vii
hicle
əkl
ēkl

Ορισμός και σημασία του "commercial vehicle"στα αγγλικά

Commercial vehicle
01

επαγγελματικό όχημα, φορτηγό

a vehicle used for transporting goods or passengers for profit 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
commercial vehicles
Παραδείγματα
The company purchased a fleet of commercial vehicles for its delivery services. 

Η εταιρεία αγόρασε ένα στόλο εμπορικών οχημάτων για τις υπηρεσίες παράδοσής της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store