Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to identify as
01
ταυτίζομαι ως, ορίζω τον εαυτό μου ως
to define oneself as belonging to a particular category, group, or label
Transitive: to identify as sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
as
βασικό ρήμα
identify
ενεστώτας
identify as
γ΄ ενικό πρόσωπο
identifies as
ενεστώτα μετοχή
identifying as
απλός αόριστος
identified as
παθητική μετοχή
identified as
Παραδείγματα
Many Indigenous peoples identify as Two-Spirit, embracing both masculine and feminine qualities within themselves.
Πολλοί ιθαγενείς λαοί αυτοπροσδιορίζονται ως Δύο Πνεύματα, αγκαλιάζοντας τόσο αρσενικές όσο και θηλυκές ποιότητες μέσα τους.



























