Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Guts
01
guts, παιχνίδι με ιπτάμενο δίσκο
the sport or activity of attempting to catch a disc thrown at them without letting it hit the ground
Παραδείγματα
In guts, accuracy in throwing the disc is just as important as catching it.
Στο guts, η ακρίβεια στην ρίψη του δίσκου είναι τόσο σημαντική όσο και η λήψη του.
02
θάρρος, κουράγιο
courage, bravery, or nerve to do something difficult or risky
Παραδείγματα
I did n't have the guts to speak up in the meeting at first.
Δεν είχα την θάρρος να μιλήσω στη συνάντηση στην αρχή.
Λεξικό Δέντρο
gutsy
guts
gut



























