brainchild
brain
ˈbreɪn
brein
child
ʧaɪld
chaild

Ορισμός και σημασία του "brainchild"στα αγγλικά

01

παιδί του μυαλού, δημιούργημα

a creative or innovative idea, project, or concept that is the result of one's own thinking or imagination 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
brainchildren
Παραδείγματα
The new software was his brainchild, created after years of research. 

Το νέο λογισμικό ήταν το πνευματικό του παιδί, δημιουργημένο μετά από χρόνια έρευνας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

brainchild

brain

+

child

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store