Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overhead position
01
θέση πάνω από το κεφάλι, θέση overhead
(weightlifting) the act of holding the barbell or weights directly above the head with fully extended arms
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overhead positions
Παραδείγματα
She struggled to maintain the overhead position during her snatch lift.
Πάλεψε να διατηρήσει τη θέση πάνω από το κεφάλι κατά τη διάρκεια του αρασέ της.



























