Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to peel away
01
απομακρύνομαι, αποσπώμαι
(of a person, animal, or vehicle) to separate from a group or structure and go in a different direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
peel
ενεστώτας
peel away
γ΄ ενικό πρόσωπο
peels away
ενεστώτα μετοχή
peeling away
απλός αόριστος
peeled away
παθητική μετοχή
peeled away
Παραδείγματα
As the race started, the fast cars began to peel away from the pack, aiming for the lead.
Καθώς ξεκίνησε ο αγώνας, τα γρήγορα αυτοκίνητα άρχισαν να αποσπώνται από το πακέτο, στοχεύοντας στην πρώτη θέση.



























