Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rubenesque
01
ρουμπενσιανός, πλούσιος
(of a woman) plump or full-figured body, often highlighting voluptuous curves and a more ample physique
επιδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rubenesque
συγκριτικός βαθμός
more rubenesque
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The actress embraced her Rubenesque figure and refused to conform to Hollywood's unrealistic standards of beauty.
Η ηθοποιός αγκάλιασε τη ρουμπενέσκ φιγούρα της και αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τα μη ρεαλιστικά πρότυπα ομορφιάς του Χόλιγουντ.



























